ἀνακομιζομένων

ἀνακομιζομένων
ἀνακομίζω
carry up
pres part mp fem gen pl
ἀνακομίζω
carry up
pres part mp masc/neut gen pl
ἀνακομίζω
carry up
pres part mp fem gen pl
ἀνακομίζω
carry up
pres part mp masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • οστεοθήκη — η 1. ξύλινο ή μεταλλικό κιβώτιο στο οποίο φυλάσσονται τα οστά ανακομιζόμενων νεκρών 2. οικοδόμημα στο οποίο αποτίθενται τα οστά νεκρών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”